Στην «κούρσα» για τη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή οι επιχειρήσεις

Της Νάντιας Μιχαλοπούλου

Πώς αλλάζει το επιχειρείν, το εμπόριο και οι καταναλωτικές συμπεριφορές – Γιατί οι Έλληνες επιχειρηματίες αργούν στην υιοθέτηση του digital transformation

Μπροστά στην πρόκληση της ψηφιακής εποχής, που φέρνει ραγδαίες μεταβολές στην επιχειρηματικότητα, βρίσκονται οι οικογενειακές επιχειρήσεις (και) στην Ελλάδα. Η πρόκληση είναι γοητευτική μεν, αλλά ταυτόχρονα τεράστια και καθοριστική για την επιβίωση ολόκληρων κλάδων.

Στην πραγματικότητα με το λεγόμενο digital transformation, εξελίσσεται μία διαδικασία συνεχών τεκτονικών αλλαγών, που πιθανόν μεταβάλλει όλα όσα γνωρίζαμε για το επιχειρείν, το εμπόριο και τις καταναλωτικές συμπεριφορές.

Για παράδειγμα το «e-shopping, που είναι ένα δείγμα digital transformation – η Amazon είναι case study από μόνη της – οδηγεί πολλούς να λένε ότι το μεγάλο debate αύτη τη στιγμή είναι αν θα υπάρχουν shopping malls ή όχι σε 15 χρόνια!

Η ψηφιακή επανάσταση βάζει τις επιχειρήσεις και ειδικά τις οικογενειακές, που αποτελούν βασικό βραχίονα του παραγωγικού ιστού της χώρας, σε μεγάλα διλήμματα και προκλήσεις. Το ερώτημα είναι εάν θα προσαρμοστούν και θα ανταποκριθούν έγκαιρα και αποτελεσματικά ή θα μείνουν προσκολλημένες σε παλαιά μοντέλα, που αργά ή γρήγορα όμως θα εξαντλήσουν την όποια χρησιμότητά τους.



«Μιλάμε για το Cloud, η χρήση του οποίου κερδίζει όλο και μεγαλύτερο έδαφος στον κλάδο των επιχειρήσεων. Πρόκειται για μια -εύκολα προσβάσιμη- ψηφιακή επιχειρηματική λύση που συντελεί τόσο στη μείωση του λειτουργικού κόστους όσο και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης. Με τις εφαρμογές που προφέρει για τη μεταφορά, αποθήκευση και επεξεργασία των δεδομένων ενισχύει την ευελιξία και την παραγωγικότητα των εταιριών, ενώ δημιουργεί νέες προτάσεις αξίας και νέες ροές εσόδων» λέει ο Γενικός Διευθυντής της Crowe SOL, Άγγελος Αλαμάνος και συμπληρώνει: «Η ψηφιακή μετάβαση δεν είναι μια επανάσταση που θα συμβεί σε μια δεδομένη στιγμή και θα τελειώσει. Θα διαρκέσει πολλά χρόνια, καθώς η μύηση στην ψηφιακή τεχνολογία συνεπάγεται διαρκή εκπαίδευση και εξέλιξη. Το digital transformation συνδέεται με την αλλαγή στον τρόπο σκέψης». Επί παραδείγματι, ένα πολύ βαρύ πρόγραμμα διαχείρισης πόρων σε μια εταιρεία δέκα ατόμων είναι αχρείαστο. Αντίθετα η απουσία του από μια πολύ μεγάλη επιχείρηση μπορεί να αποβεί καταστροφική.

Οι ειδικοί που παρακολουθούν από κοντά την αγορά και τις συμπεριφορές των οικογενειακών επιχειρήσεων εκτιμούν ότι στην Ελλάδα βρισκόμαστε σε ένα στάδιο αρκετά καλό μεν, αλλά σε κάθε περίπτωση είμαστε πίσω σε σχέση με τις άλλες χώρες. Η υστέρηση έχει μία λογική, καθώς στο εξωτερικό δημιουργούν ενώ στην Ελλάδα αφομοιώνουμε, ωστόσο το ζητούμενο είναι να κλείνει αυτή η ψαλίδα όσο γίνεται πιο γρήγορα κάθε φορά – στους νέους για παράδειγμα είναι πολύ πιο εύκολη η μετάβαση αφού χρησιμοποιούν την τεχνολογία στην καθημερινότητά τους.

 

Αυτή την ώρα πάντως οι ρυθμοί είναι σχετικά αργοί. Η καθυστέρηση οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους:  Ο πρώτος αφορά την εκπαίδευση των μεγαλύτερων γενεών και ο δεύτερος με το γεγονός ότι τέτοιες επενδύσεις έχουν ένα σημαντικό κόστος, το οποίο, ειδικά αυτές τις εποχές της κρίσης, ενδέχεται να μην διατεθεί από την επιχείρηση όταν έχει πιο σημαντικά λειτουργικά έξοδα.

«Είναι δύσκολο πέρα από το κεφάλαιο κίνησης» εξηγεί ο Άγγελος Αλαμάνος, «να ζητηθούν χρήματα για μια επένδυση που θα αποδώσει σε πέντε χρόνια. Το κλίμα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δεν ευνοεί τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και σε καλύτερες πρακτικές marketing, ωστόσο αργά ή γρήγορα η κατάσταση θα βελτιωθεί. Είναι αδύνατον να μην ακολουθείς τις τάσεις».

Ο Ιωάννης Γιαννόπουλος, Διευθυντής των Φορολογικών Υπηρεσιών της Crowe SOL σημειώνει ότι «η τεχνολογία εξελίσσει το επιχειρείν. Δημιουργεί νέα, καινοτόμα επιχειρηματικά μοντέλα χωρίς να εξαλείφει τα παραδοσιακά» και αναφέρει ως παράδειγμα την είσοδο των ρομπότ στην αγορά εργασίας, που δημιούργησε νέες συνθήκες, αλλά παράλληλα διατηρεί την ανθρώπινη εργασία σε διαφορετικούς ρόλους.

Κατά τον  Άγγελο Αλαμάνο, που έχει μακρά εμπειρία στα θέματα της ψηφιακής προσαρμογής και της αξιοποίησης της νέας τεχνολογίας σε επιχειρήσεις, «το digital transformation είναι το μέλλον και δίνει πολλές ευκαιρίες ανάπτυξης και εξωστρέφειας». Προειδοποιεί όμως όσους έχουν την αυταπάτη της άπαξ ενέργειας, ότι «δεν σημαίνει πως με την υιοθέτηση μιας τεχνολογικής εφαρμογής, η εταιρία αλλάζει αυτόματα. Η ψηφιακή μετάβαση απαιτεί δομημένη σκέψη για την υιοθέτηση digital πρακτικών που συγκροτούν τη νέα επιχειρηματική στρατηγική».

Ο κ. Γιαννόπουλος αναδεικνύει το ρόλο των συμβουλευτικών υπηρεσιών προς τις οικογενειακές και άλλες επιχειρήσεις: «Ο σύμβουλος βοηθά τον επιχειρηματία να επιλέξει το κατάλληλο εργαλείο που θα αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα και τον κατευθύνει στη μακροπρόθεσμη χρήση του. Αν η διαδικασία δεν πραγματοποιηθεί με τον ενδεδειγμένο τρόπο, το εργαλείο χάνει την αξία του και κατά συνέπεια η επιχείρηση δεν θα δει καμία αλλαγή. Το αποτέλεσμα πρέπει να είναι προβλέψιμο, μετρήσιμο και καθοδηγούμενο από την πλευρά της επιχείρησης. Ο επιχειρηματίας οφείλει να γνωρίζει ποιο εργαλείο θα χρησιμοποιήσει και γιατί, τι πόρους θα ξοδέψει και τι αποτελεσματικότητα θα έχει».

Παράλληλα εξηγεί τις επιχειρηματικές συμπεριφορές που κυριαρχούν, αλλά και τους κινδύνους που παραμονεύουν. «Συνήθως οι άνθρωποι -ειδικά στην επιχειρηματική κοινότητα- μιμούμαστε. Αν κάποιος κάνει κάτι επιτυχημένο, ενδεχομένως να το υιοθετήσει και ο διπλανός. Και εδώ είναι το λάθος των επιχειρηματιών. Δεν ταιριάζουν όλα τα μοντέλα σε όλες τις επιχειρήσεις. Τότε είναι που ο σύμβουλος θα πρέπει να προτείνει τις κατάλληλες πρακτικές (best practices)», λέει με έμφαση ο κ. Γιαννόπουλος.