Δανάη Μιχαλάκη: H Δρόσω από τις «Αγριες Μέλισσες» αποκαλύπτεται

Ο σκηνοθέτης και η casting director των «Αγριων Μελισσών» αναζητούσαν για καιρό την ιδανική ηθοποιό που θα ενσάρκωνε τη μικρότερη αδελφή Σταμίρη. Η Δανάη Μιχαλάκη έγινε η καλύτερη απόσβεση του χρόνου που δαπάνησαν και του κόπου που κατέβαλαν.

Του Proto Thema

Κώστας Μπουρούσης

Λατρεύει τον Ντάνι Κέι. Και τον παλιό ασπρόμαυρο αμερικανικό κινηματογράφο. Στην πραγματικότητα θα μπορούσε να είναι μια αρχετυπική ενζενί του. Απέριττα όμορφη, απροσποίητη στον λόγο της, ένα κράμα κοριτσίστικης συστολής και γυναικείας χειραφέτησης. Απόμακρη αλλά και κορίτσι της διπλανής πόρτας μαζί. Με μία λέξη, ακαταμάχητη. Χωρίς μάλιστα να το προσπαθεί. Η ταλαντούχα ηθοποιός που γνωρίσαμε μέσα από τις «Αγριες Μέλισσες» του ΑΝΤ1 δεν έχει κάνει ποτέ ως σήμερα κινηματογράφο. Αλλά το θέλει. Μάλλον το οφείλει.

 

 

Και στον εαυτό της και στο σινεμά. Μέχρι να πάρει το τηλεοπτικό βάπτισμα του πυρός στο επιτυχημένο σίριαλ και να γίνει σάρκα από τη σάρκα του τηλεοπτικού prime time η Δανάη Μιχαλάκη θεωρούσε τον εαυτό της μια μάλλον κωμική ηθοποιό. Πού να ήξερε ότι η Δρόσω θα την έπαιρνε από το χέρι και μαζί θα ανακάλυπταν μια αχαρτογράφητη γη. Κι αυτό δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με το έξω, αλλά και με το μέσα της ηθοποιού.

 

 

Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Σύρο, με πατέρα ηθοποιό και μητέρα καθηγήτρια μπαλέτου, η Δανάη δεν κατάφερε να ξεφύγει από το πεπρωμένο της, δηλαδή την τέχνη. Παίζει, χορεύει και τραγουδά, ακόμα προσπαθεί να ανακαλύψει τα κρυφά ταλέντα της και, μολονότι βρίσκεται σε απόσταση ασφαλείας από το κατώφλι των 30 ετών, έχει ήδη προλάβει να ζήσει απογοητεύσεις και ματαιώσεις.

 

 

Δεν πάει πολύς καιρός από την εποχή που έτρεχε από οντισιόν σε οντισιόν και σώρευε απορρίψεις στο βιογραφικό της. Τον τελευταίο χρόνο, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει σημαντικά. Κάθε φορά που η ηθοποιός παίρνει ένα νέο σενάριο στα χέρια της και αναμετριέται με τη Δρόσω ξέρει ότι η απόφαση που πήρε κάποτε, κρυμμένη στα παρασκήνια του θεάτρου όπου έπαιζε ο πατέρας της, ήταν η σωστή. Από την ηρωίδα της που μετοικεί από το Διαφάνι στην Τρούμπα και επανεφευρίσκει (ή μάλλον χάνει εντελώς) τον εαυτό της, από τα πάθη, τα παθήματα και την πλάνη της Ρόζας ξεκινά και η συζήτησή μας.

 

 

Gala: Ενα κορίτσι από το χωριό έρχεται στην Αθήνα του ’50 και κακοπέφτει.
Δανάη Μιχαλάκη: Τελείως. Δεν θα μπορούσε περισσότερο.
G.: Αναρωτιέμαι πώς είναι να ζεις με έναν τέτοιον ρόλο.
Δ.Μ.: Με γοήτευσε πάρα πολύ όταν τον διάβασα. Ηταν μια αλλαγή το πέρασμα από τη Δρόσω στη Ρόζα. Επρεπε να φτιάξω κάτι εντελώς καινούριο. Αυτό ήταν κάτι που μου είχε πει και ο σκηνοθέτης μας, ο Λευτέρης Χαρίτος. Εψαξα και έμαθα τι συνέβαινε τότε στην Τρούμπα. Ρώτησα και τον πατέρα μου που είναι γέννημα θρέμμα Πειραιώτης και τα ήξερε. Διάβασα, είδα κάποιες ταινίες. Οχι, δεν είδα τα «Κόκκινα φανάρια» και τη «Λόλα». Δεν ήθελα να με επηρεάσουν. Εφτιαξα κάτι δικό μου από την αρχή.
G.: Εχεις συναισθήματα για την ηρωίδα που υποδύεσαι;
Δ.Μ.: Πάρα πολλά. Περισσότερα συναισθήματα γεννήθηκαν για τη Ρόζα απ’ ό,τι για τη Δροσούλα. Τη λυπάμαι πραγματικά. Πολλές γυναίκες τις έχουν εξαπατήσει με αυτό τον τρόπο, τις έχουν ξεγελάσει και τις έχουν κοροϊδέψει. Υπάρχουν ακόμα και τώρα πάρα πολλά κορίτσια εκεί έξω με όνειρα που θέλουν να κάνουν τόσα πράγματα. Οπως υπάρχει κι ένας «Τάκης» που κοροϊδεύει τη Ρόζα και την κάθε Ρόζα.
G.: Μιλάτε με τη Ρόζα;
Δ.Μ.: Κατά κάποιον τρόπο. Εγώ την ορίζω. Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό που λες. Θα μπορούσα να συνομιλώ μαζί της.
G.: Στον δρόμο τι σου λένε για όσα περνάς μέσω της ηρωίδας σου;
Δ.Μ.: Είτε δίνουν συγχαρητήρια για τη δουλειά, είτε κάνουν σχόλια – καλά ή κακά. Με έχουν πάρει πολλές φορές απ’ τα μούτρα. Γιατί έκανες εκείνο ή το άλλο… Αυτή την εποχή η μόνιμη ερώτηση είναι: «Θα βγάλεις δίσκο, Δροσούλα;». Κι εγώ θα ήθελα να το μάθω αυτό.
G.: Πώς είναι η αίσθηση ότι μπορεί οποιοσδήποτε να σε σταματήσει πια στον δρόμο και να σε ρωτήσει οτιδήποτε;
Δ.Μ.: Είναι κάτι που το περιμένεις όταν κάνεις μια καθημερινή σειρά. Δεν το περίμενα σε αυτόν τον βαθμό βέβαια. Αλλά το εισπράττω με χαρά και αγάπη. Και με πλάκα, όταν ακούω κάτι τραβηγμένο. Ξέρεις, σκέφτομαι ότι δεν είναι κι εύκολο για τον άλλον που είναι άγνωστος να βρει το θάρρος να σε πλησιάσει.
G.: Το είχες σκεφτεί όταν αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός ότι θα παραχωρήσεις ένα κομμάτι της ιδιωτικότητάς σου για χάρη της δημοσιότητας;
Δ.Μ.: Ναι, αλλά δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. Δεν ήθελα να γίνω ηθοποιός για να με αναγνωρίζουν. Ηθελα απλώς να γίνω ηθοποιός.
G.: Γιατί το ήθελες;
Δ.Μ.: Μεγάλωσα σε ένα σπίτι καλλιτεχνικό με μαμά καθηγήτρια μπαλέτου και μπαμπά ηθοποιό. Από μικρή τον έβλεπα στις παραστάσεις, τρύπωνα στα καμαρίνια. Πολλές φορές μού άρεσε να μην παρακολουθώ την παράσταση, αλλά να είμαι πίσω, στα παρασκήνια, και να βλέπω πώς ετοιμάζονται οι ηθοποιοί, πώς αλλάζουν τα σκηνικά. Θυμάμαι, σε μια τέτοια στιγμή είπα στον εαυτό μου ότι αυτό θέλω να κάνω. Σε συνδυασμό με τον χορό της μαμάς και το τραγούδι. Κάπως ήρθε από μόνο του.

 

G.: Προερχόμενη από καλλιτεχνική οικογένεια, υποθέτω, δεν αντιμετώπισες επιφυλάξεις.
Δ.Μ.: Θα μπορούσε να συμβεί κι αυτό. Οταν είσαι άνθρωπος του χώρου, ξέρεις από μέσα τι γίνεται. Ο μπαμπάς μου μού είπε: «Αμα θέλεις να το κάνεις, κάν’ το. Θα είμαι μαζί σου». Μάλλον είδε πόσο σκληρά δούλευα στη σχολή. Οι γονείς μου με στήριξαν πάρα πολύ. Γιατί μάλλον ξέρουν ότι είμαι ξεροκέφαλη κι αυτό που θέλω να κάνω θα το κάνω. Νομίζω ότι είναι το άλφα και το ωμέγα να έχεις στήριξη από τους δικούς σου ανθρώπους.
G.: Στο σχολείο ήσουν από τα κορίτσια που έπαιζαν, χόρευαν, τραγουδούσαν;
Δ.Μ.: Ημουν από τα κορίτσια που ενώ μου είχε δοθεί ο πρωταγωνιστικός ρόλος τον έδινα στη φίλη μου που ήξερα ότι τον ήθελε πολύ κι έπαιρνα εγώ τον ρόλο με τη μία ατάκα. Πάντως ήθελα πάντα να συμμετέχω. Και μου άρεσε.
G.: Μεγάλωσες στη Σύρο;
Δ.Μ.: Ναι, μεγάλωσα σε αυτό το υπέροχο νησί. Νομίζω ότι δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα από το να μεγαλώνει ένα παιδί σε νησί.
G.: Αναπολείς κάτι από τότε;
Δ.Μ.: Το παιχνίδι στην πλατεία. Να είσαι 9 χρόνων, να μην έχεις κινητό, να κατεβαίνεις να παίζεις ξέγνοιαστος. Και τα ατελείωτα μπάνια το καλοκαίρι, να είμαι από το πρωί μέχρι το βράδυ στη θάλασσα. Φυσικά και το ανεκτίμητο δώρο να ξυπνάς κάθε μέρα και να βλέπεις τη θάλασσα.
G.: Ηρθες, λοιπόν, στην Αθήνα για να σπουδάσεις θέατρο.
Δ.Μ.: Τελείωσα τη σχολή της Μιμής Ντενίση.
G.: Και πότε κατάλαβες ότι είχες κάνει τη σωστή επιλογή;
Δ.Μ.: Τώρα με τις «Αγριες Μέλισσες» το καταλαβαίνω. Μετά τη σχολή είχα κάνει δύο guests σε τηλεοπτικές σειρές, αλλά δεν ήταν ρόλοι που πρέπει να σκάψεις μέσα σου και να φτιάξεις κάτι από την αρχή. Δεν είχα κάνει κάτι συνταρακτικό ούτε στο θέατρο για να ανακαλύψω τις δυνατότητές μου. Στη σχολή πας μέχρι ενός σημείου. Οπότε τώρα, μέσα από τη σειρά, ανακαλύπτω τι μπορώ να κάνω.
G.: Να υποθέσω ότι ήσουν απογοητευμένη πριν από τις «Αγριες Μέλισσες»;
Δ.Μ.: Ημουν λίγο. Φαντάσου ότι έχω τελειώσει τη σχολή επτά χρόνια. Εκανα παράλληλα και άλλες δουλειές. Ούτως ή άλλως, όταν είπα ότι θα γίνω ηθοποιός δεν περίμενα να ζήσω από αυτό. Δούλεψα σε καφετέριες, δούλεψα ως πωλήτρια.
G.: Με τέτοια αυταπόδεικτη ομορφιά δεν σκέφτηκες ποτέ να γίνεις μοντέλο;
Δ.Μ.: Μου είχε γίνει πρόταση. Ηταν λίγο σαν τις σκηνές που βλέπεις σε ταινίες. Με είχαν δει σε ένα καράβι μαζί με μια φίλη μου, μου έδωσαν μια κάρτα, πήγα μετά από έναν χρόνο στο πρακτορείο, αλλά δεν μου άρεσαν οι όροι. Δεν είναι για μένα όλα αυτά τα «να αδυνατίσεις», «να κάνεις αυτό ή εκείνο», «να αλλάξεις πράγματα πάνω σου», δεν μπορώ να δουλεύω με περιορισμούς και όρια. Δεν μπορώ να μου λες τι να κάνω. Δεν μπορώ να αλλάξω τον εαυτό μου και να βάλω μέτρα στα θέλω μου, όπως στο τι θέλω να φάω -και μ’ αρέσει να τρώω πάρα πολύ-, δεν ήταν για μένα. Δεν άντεξα.

 

G.: Οπότε πριν από τη σειρά ήσουν σε μια φάση απογοήτευσης;
Δ.Μ.: Δεν είχα πει ποτέ ότι θα τα παρατήσω. Είχα όμως ξενερώσει. Αναρωτιόμουν «τι κάνω λάθος;». Εναν χρόνο δεν έκανα άλλη δουλειά, είχα αφοσιωθεί στην υποκριτική. Κυνηγούσα οντισιόν, οντισιόν, οντισιόν και δεν γινόταν τίποτα. Οπότε είχα φτάσει στο σημείο να πω ότι ή κάνω κάτι λάθος ή οι άλλοι ζητούν κάτι παράλογο από μένα. Ωσπου μια μέρα είδα εντελώς τυχαία ένα μήνυμα στην ανεπιθύμητη αλληλογραφία στο Facebook από τη Μιράντα Ρωσταντή, την casting director των «Αγριων Μελισσών». Την πήρα τηλέφωνο, μιλήσαμε, κάναμε δύο οντισιόν και έκλεισε η δουλειά. Θυμάμαι, εκείνη την περίοδο σιγοτραγουδούσα συνέχεια το «Καίγομαι και σιγολιώνω». Μάλιστα την ημέρα πριν από τη δεύτερη ακρόαση το τραγουδούσα στο μπάνιο μου. Και μου ζήτησαν εντελώς συμπτωματικά να το τραγουδήσω. Ακόμα βέβαια και τότε δεν είπα: «Εντάξει, το ’χω». Ποτέ δεν το ’χω πει αυτό. Ποτέ. Σκέψου ότι μου είχαν πει ότι πήρα τον ρόλο και δεν το είχα πολυκαταλάβει. Πάνω στο άγχος της οντισιόν δεν το άκουσα. Λίγες μέρες μετά με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν για την πρώτη ανάγνωση και πως μου είχαν ήδη στείλει το σενάριο για τα δέκα πρώτα επεισόδια. Είπα στον εαυτό μου: «Μην κάνεις την ερώτηση: δηλαδή με πήρατε;». Εγώ είχα φτιάξει τη βαλίτσα μου και είχα φύγει στη Σύρο για να δουλέψω. Ημουν τόσο στον κόσμο μου.
G.: Είσαι χαρούμενη για την εξέλιξη των πραγμάτων;
Δ.Μ.: Πάρα πολύ. Και νιώθω τυχερή πάνω απ’ όλα. Από την αρχή δεν είχα καμία αμφιβολία. Είχα καταλάβει ότι κάτι καλό θα γινόταν.
G.: Οι προτάσεις τώρα πια έρχονται πιο εύκολα;
Δ.Μ.: Είχα πολλές θεατρικές προτάσεις, είναι η αλήθεια, αλλά ήθελα να είμαι μόνο στη σειρά. Να δίνω το 100% του εαυτού μου εκεί.
G.: Αγχώνεσαι για το μετά;
Δ.Μ.: Οχι, καθόλου. Ζω το τώρα. Πολύ. Δεν τρέχει το μυαλό μου στο μετά. Ο,τι είναι να γίνει θα γίνει. Ούτε αγχώνομαι αν θα ξεχαστώ ή αν δεν θα είμαι πια γνωστή, γιατί εξαρχής ήθελα να κάνω αυτό που αγαπάω, κι ας είναι με μια ερασιτεχνική ομάδα. Κι αν χρειαστεί να κάνω κάποια άλλη δουλειά θα την κάνω.
G.: Ο μπαμπάς σου σε συμβουλεύει;
Δ.Μ.: Ναι, πάντα, και είναι κάτι που θέλω. Και η μητέρα μου. Μετράει πολύ η γνώμη τους.
G.: Σε σημείο που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις ακόμα και άβολα ή χάλια;
Δ.Μ.: Χάλια δεν θα με κάνει τίποτα. Θα το ακούσω και εάν πιστεύω ότι έχει ένα νόημα αυτό που μου λένε μπορεί και να προσπαθήσω να το δω αλλιώς.
G.: Με τον σύντροφό σου, τον Γιώργο Παπαγεωργίου, τα λέτε για τις δουλειές σας;
Δ.Μ.: Τα λέμε, ναι.
G.: Θα ήθελες να παίξετε μαζί;
Δ.Μ.: Ναι, θα το ήθελα. Δεν έχω τέτοια θέματα. Σίγουρα όταν είναι ίδια η δουλειά μας υπάρχουν και συμβουλές και αναλύσεις. Είναι ωραίο να το βλέπεις από πολλές πλευρές.
G.: Δεν μπορεί να γίνει όμως και κουραστικό;
Δ.Μ.: Δεν μιλάμε όλη μέρα για θέατρο. Ούτε εγώ μπορώ. Απλώς αυτή είναι η ζωή και η καθημερινότητά μας. Οπότε όταν βρεθείς με τον άνθρωπό σου θα μιλήσεις για το γύρισμα, την πρόβα ή το θέατρο. Μετά πας σε άλλα θέματα.
G.: Με τους συναδέλφους σου ανταγωνισμός υπάρχει;
Δ.Μ.: Δεν ξέρω τι γίνεται από τη μεριά τους, από τη δική μου δεν υπάρχει. Δεν το έχω νιώσει ποτέ ως τώρα.

G.: Για το κίνημα #metoo και τη νέα μάχη των γυναικών -ηθοποιών και όχι μόνο- για ισότητα τι σκέφτεσαι;
Δ.Μ.: Καλά κάνει κάθε γυναίκα που βγαίνει και μιλά. Ή που επιμένει για να καταφέρει κάτι. Κάπως όλη αυτή η άρνηση που υπάρχει προς τη γυναίκα μάς κάνει τελικά πιο δυνατές. Και τα δύο φύλα μπορούν να καταφέρουν πολλά. Αλλά οι γυναίκες καλά κάνουν και επιμένουν, έτσι διεκδικούν την ισότητα με τους άνδρες. Και μένα με έχουν αντιμετωπίσει ως το κοριτσάκι. Πολλές φορές. Κι εγώ έχω χρειαστεί να αποδείξω πράγματα. Ξέρεις κάτι; Κοίτα με, μπορώ.
G.: Τραγουδάς, χορεύεις, παίζεις. Ποιο είναι το κρυφό ταλέντο σου που δεν γνωρίζουμε;
Δ.Μ.: Αλήθεια, δεν το ξέρω. Πριν από ενάμιση χρόνο ήμουν σε μια φάση που έλεγα: «Δανάη, ωραία. Τι άλλο μπορείς να κάνεις;». Αλλά όλο επέστρεφα στον χορό, στο τραγούδι, ίσως στη γυμναστική. Κι εγώ το σκέφτομαι ακόμα σε τι άλλο είμαι καλή.
G.: Πώς είναι η μέρα σου;
Δ.Μ.: Δημιουργική θα έλεγα. Στο γύρισμα ή οπουδήποτε αλλού.
G.: Εχεις κάποια μικρή καθημερινή ιεροτελεστία;
Δ.Μ.: Βγάζω τον σκύλο μου βόλτα. Αλλά οι στιγμές που μου λείπουν πολύ και τώρα τις ανακαλύπτω ξανά είναι στον καναπέ, αγκαλιά με τον σκύλο μου, να βλέπω ταινία. Αυτά τα απλά και μικρά θέλω. Κάποτε έλεγα «άντε να σηκωθώ από τον καναπέ», τώρα σκέφτομαι πότε θα έρθει η ώρα να κάτσω να ξεκουραστώ. Και το να βλέπω δικούς μου ανθρώπους με ξεκουράζει. Η επαφή και η επικοινωνία