Υπόθεση Βαλ: Ο Χάνιμπαλ Λέκτερ της Δανίας και η δολοφονία-θρίλερ της δημοσιογράφου

Η απόπειρα απόδρασης του ανθρώπου που σόκαρε την υφήλιο όταν αποκαλύφθηκε ο φριχτός τρόπος που σκότωσε την άτυχη γυναίκα μέσα στο υποβρύχιό του

Του Proto Thema

Διονύσης Θανάσουλας

Ο καιρός στις 6 Οκτωβρίου του 2017 στον κόλπο του Κέγκε ήταν μουντός, με μαύρα σύννεφα και χαμηλή θερμοκρασία, την ώρα που οι δύτες της αστυνομίας μπήκαν στην κρύα θάλασσα με ισοθερμικές στολές.
Λίγη ώρα μετά αναδύθηκαν στην επιφάνεια και βγήκαν στην ακτή, κουβαλώντας δύο τσάντες που βρίσκονταν στον βυθό από τον περασμένο Αύγουστο.
Αμφότερες εκτός από τα ευρήματα ήταν φορτωμένες με βαριά μεταλλικά αντικείμενα από αυτόν που τις είχε πετάξει, ώστε να πάνε κατευθείαν στον βυθό και να μείνουν εκεί.

 

Οι δύτες που τις άνοιξαν αντίκρισαν με όση ψυχραιμία επιστράτευσαν το κομμένο κεφάλι και τα πόδια της Κιμ Βαλ, που αγνοούνταν σχεδόν τρεις μήνες, από την στιγμή δηλαδή που ανέβηκε στο υποβρύχιο «Ναυτίλος».
Στην δεύτερη βρήκαν τα ρούχα και τα χέρια της, απομεινάρια ενός θρίλερ που σόκαρε την παγκόσμια κοινή γνώμη όταν αποκαλύφθηκαν οι φρικιστικές λεπτομέρειές του.
Ενάμιση μήνα πριν ένας ποδηλάτης κόντεψε να πέσει όταν είδε τον ακέφαλο κορμό ενός γυναικείου σώματος που είχε ξεβραστεί σε μια παραλία νοτιοδυτικά της πόλης του Άμαγκερ.
Όμως το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου ο ιατροδικαστής επιβεβαίωσε ότι το κομμένο κεφάλι και τα πόδια ανήκαν στην άτυχη δημοσιογράφο, πρωταγωνίστρια ενός μακάβριου παζλ που δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί.

Ενός παζλ που είχε ως θύτη τον Δανό εκατομμυριούχο Πέτερ Μάντσεν, έναν εκκεντρικό πλούσιο όπως νόμιζαν πολλοί, όμως το άρρωστο μυαλό του και η πράξη του απέδειξαν κάτι άλλο.
Ότι ήταν ένας Χάνιμπαλ Λέκτερ που λάτρευε τελικά να σκοτώνει μόνο και όχι να τρώει το θύμα του.

Την κατακρεούργησε

Όταν η Κιμ Βαλ προσέγγισε τον Πέτερ Μάντσεν για μια συνέντευξη τον «κυνήγησε» αρκετούς μήνες πριν ο εκατομμυριούχος δεχτεί να το κάνει.
Όταν της πρότεινε να την κάνουν πηγαίνοντας μια βόλτα με το προσωπικό του υποβρύχιο-το οποίο είχε σχεδιάσει ο ίδιος-η Βαλ δίστασε λίγο, πριν πει το ναι.
Στις 10 Αυγούστου γύρω στις επτά το απόγευμα, επιβιβάστηκε στο υποβρύχιο του Μάντσεν και απέπλευσαν για μια βόλτα, την τελευταία της ζωής της όπως αποδείχτηκε.

Λίγη ώρα μετά, ένα περαστικό πλοίο αποθανάτισε την δημοσιογράφο και τον εκατομμυριούχο να χαμογελούν στον πυργίσκο του «Ναυτίλου» χαλαροί και ευδιάθετοι.
Αυτό θα ήταν το τελευταίο της ρεπορτάζ στην Δανία, αφού αμέσως μετά μαζί με τον σύντροφό της Όλε, θα μετακόμιζαν στο Πεκίνο για να δουλέψει εκεί.
«Είμαι ζωντανή ακόμη» αστειεύθηκε σε ένα μύνημα που του έστειλε συμπληρώνοντας: «Αλλά τώρα θα πάμε κάτω. Σε αγαπάω. Έφερε καφέ και μπισκότα».
Το ταξίδι με τον «Ναυτίλο» θα ήταν σύντομο και θα τέλειωνε στο λιμάνι του Ρεφσχάλεον, ένα προάστιο της Κοπεγχάγης στο οποίο ο Όλε είχε το διαμέρισμα που έμεναν.

Τις επόμενες ώρες η Κιμ δεν απάντησε σε κανένα μήνυμα του συντρόφου της, ο οποίος άρχισε να ανησυχεί και τα μεσάνυχτα ενημέρωσε την αστυνομία.
Το τι πραγματικά συνέβη τις επόμενες ώρες μέσα στο κύτος του υποβρυχίου είναι κάτι που πιθανόν θα μάθουμε χρόνια αργότερα, αφού ο Μάντσεν έδωσε δύο διαφορετικές εκδοχές πριν μαθευτεί η αλήθεια από τα απομεινάρια της Κιμ Βαλ.
Ο κορμός της είχε δεχτεί τουλάχιστον δεκαπέντε χτυπήματα με μαχαίρι και κατσαβίδι από τον διαταραγμένο ψυχικά εκατομμυριούχο που λάτρευε να βλέπει εκτελέσεις και αποκεφαλισμούς γυναικών.

Όταν πέθανε έκοψε με πριόνι τα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι της Βαλ και σταδιακά άρχισε να τα ξεφορτώνεται, ξεκινώντας από τν κορμό που έμεινε για δέκα μέρες στο νερό, πριν ξεβραστεί στην ακτή που βρέθηκε.
Τα υπόλοιπα μέλη μαζί με τα ρούχα της πετάχτηκαν σε άλλο σημείο και όταν όλα τελείωσαν ο Μάντσεν άρχισε να σκέφτεται πως θα ξεγλιστρήσει φτιάχνοντας διάφορα σχέδια στο άρρωστο μυαλό του.

Παρόλο που το υποβρύχιο εθεάθη από ένα εμπορικό πλοίο βορειοδυτικά της γέφυρας του Όρενσουντ, δεν εντοπίστηκε από τις αρχές αφού δεν εξέπεμπε στίγμα και δεν εντοπίστηκε από δορυφόρο.
Το πρωί της 11ης Αυγούστου εντοπίστηκε από έναν ραδιοφάρο και ένα ελικόπτερο που έφτασε στο σημείο επικοινώνησε με τον Μάντσεν και είδε τον «Ναυτίλο» να βυθίζεται σε μισό λεπτό.

 

Η βύθιση, τα ψέμματα και τα ισόβια

Ο εκατομμυριούχος διασώθηκε από ένα σκάφος με τέσσερα άτομα που είχαν βγει για ψάρεμα και μεταφέρθηκε στο λιμάνι του Ντράγκορ, όπου είχαν ήδη μαζευτεί δημοσιογράφοι.
Εκεί περιέγραψε το ατύχημα λέγοντας ότι για την βύθιση έφταιγε η δεξαμενή έρματος του υποβρυχίου ενώ λίγο αργότερα στην στην αστυνομία έδωσε την πρώτη από τις τρεις εκδοχές για την Κιμ Βαλ.
Σύμφωνα με αυτή την αποβίβασε κοντά στο εστιατόριο Χάλβαντεντ και έκτοτε δεν τη ξαναείδε, θεωρία που εύκολα αποδείχτηκε ψεύτικη μετά από έρευνα των αρχών.

Οι αστυνομικοί ζήτησαν από τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου Μπο Πέτερσεν το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας που το καλύπτουν από όλες τις πλευρές.
Ο «Ναυτίλος» δεν είχε περάσει ποτέ από εκεί και ο Μάντσεν άρχισε να στριμώχνεται για τα καλά πλέον από τους ερευνητές του Εγκληματολογικού.

 

Στις 12 Αυγούστου καταθέτει ότι η Κιμ Βαλ σκοτώθηκε σε ένα τρομερό ατύχημα όταν η καταπακτή βάρους 70 κιλών την οποία κρατούσε, έφυγε εξαιτίας ενός κύματος και την σκότωσε.
Μετά όπως είπε αποφάσισε να πετάξει το πτώμα της κάπου στον κόλπο Κέγκε πενήντα χιλιόμετρα νότια της Κοπεγχάγης, όμως πλέον οι αστυνομικοί ήταν σχεδόν βέβαιοι ότι αυτός ήταν ο δολοφόνος της δημοσιογράφου.
Παρά τα μακάβρια ευρήματα, τις ιατροδικαστικές εκθέσεις για τα παλλαπλά χτυπήματα με μαχαίρι και την σεξουαλική επίθεση που φέρεται να έκανε, ο Μάντσεν αρνείται κατηγορηματικά ότι την σκότωσε.

Στις 30 Οκτωβρίου του 2017 άλλαξε πάλι την κατάθεσή του λέγοντας στους αστυνομικούς ότι η Βαλ πέθανε από δηλητηρίαση που υπέστη όταν εισέπνευσε από διαρροή που έγινε μονοξείδιο του άνθρακα στο μηχανοστάσιο του υποβρυχίου όπου βρισκόταν.

Αυτός ήταν στο κατάστρωμα και όταν αντιλήφθηκε την διαρροή κατέβηκε και προσπάθησε να στην συνεφέρει για μια ώρα με κάθε τρόπο, αλλά δεν τα κατάφερε.
Δεν εξήγησε ποτέ γιατί μετά αντί να ειδοποιήσει για το ατύχημα και να σπεύσει σε λιμάνι επέλεξε να διαμελίσει όπως είπε στους αστυνομικούς το πτώμα της Βαλ.
Στις 16 Ιανουαρίου του 2018 κατηγορήθηκε για φόνο, ασέβεια σε πτώμα και σεξουαλική επίθεση και μέχρι την δίκη του ήταν προφυλακισμένος, ενώ στις 25 Απριλίου κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε ισόβια δεσμά.

Το Ανώτατο δικαστήριο της Δανίας απέρριψε την έφεση του Χάνιμπαλ Λέκτερ της Δανίας που φέτος τον Σεπτέμβριο σε ντοκιμαντέρ της Δανέζικης τηλεόρασης για την φρικιαστική δολοφονία της Βαλ, παραδέχθηκε on camera ότι την σκότωσε εκείνο το βράδυ του Αυγούστου τυφλωμένος από το «άρρωστο» μυαλό του.