Κοσμογονικές αλλαγές στη μορφή και τις ανάγκες της αγοράς

Εκπρόσωποι της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ θα εκπονήσουν μελέτη και θα διαμορφώσουν προτάσεις για τα ζητήματα που αφορούν τους εργαζόμενους

Του Δημήτρη Παγαδάκη

Νέες εξελιγµένες τεχνολογίες, τεχνητή νοηµοσύνη, ροµποτικοί αυτοµατισµοί, διαδικτυακές αγορές και υπηρεσίες. Ο ψηφιακός µετασχηµατισµός του επιχειρείν και του εργασιακού περιβάλλοντος είναι κιόλας εδώ. Μαζί του αναδύονται νέες ενεργές πολιτικές, προσεγγίσεις και εργαλεία µε κατεύθυνση την αντιµετώπιση των σηµαντικών προκλήσεων σχετικά µε τη µετάβαση στη νέα οικονοµία.
Προφανώς η µετάβαση δεν θα γίνει αστραπιαία. Ούτε επικεντρώνεται ανά υφιστάµενο παραγωγικό τοµέα ή ανά κλάδο παροχής υπηρεσιών. Αφορά την οικονοµία ως ολότητα. Ως εκ τούτου συνδέεται άρρηκτα και ολιστικά µε έναν κόσµο που αλλάζει διαρκώς. Ραγδαία αναπτυσσόµενες προκλήσεις ανατρέπουν και ταυτόχρονα προεξοφλούν ριζικές αλλαγές στην παραδοσιακή έννοια της εργασίας.
Εν όψει των κοσµογονικών αλλαγών που επιφέρει η επιτάχυνση της 4ης Βιοµηχανικής Επανάστασης διαµορφώνεται πλέον ένα εντελώς καινούριο τοπίο. Κεντρικό του χαρακτηριστικό η ισχυρή διασύνδεση επιµέρους τοµέων που σχετίζονται µε τη Φυσική, τη Βιολογία, την Πληροφορική.
Αναγκαστικά στο περιβάλλον λειτουργίας «έξυπνων» τεχνολογικών και επιστηµονικών καινοτοµιών οι συντελούµενες διαδικασίες απασχόλησης προϋποθέτουν υψηλή εκπαίδευση, γνώση, εξειδίκευση, µε συνέπεια να συνιστά κρίσιµη παράµετρο στην εξίσωση η διασφάλιση της µετάβασης των εργαζοµένων στο νέο περιβάλλον µε τη λιγότερη, δυνατόν, αναστάτωση.
Σύµφωνα, άλλωστε, µε µελέτες σχεδόν τα 2/3 των σηµερινών παιδιών Νηπιαγωγείου θα ασκούν στην ενήλικη ζωή τους επαγγέλµατα που δεν υπάρχουν σήµερα ή δεν τα έχουµε καν φανταστεί.
Αναπόφευκτα, η γενιά της προσεχούς εικοσαετίας, παράλληλα µε τις νέες ευκαιρίες απασχόλησης που θα προκύψουν µε τη µετακίνηση από έναν ηµι-αναλογικό σε έναν ψηφιακό κόσµο, ενδέχεται να αντιµετωπίσει ζητήµατα επαγγελµατικής ανασφάλειας και ανταγωνιστικής εργασιακής πίεσης.

Η Επιτροπή «Ελλάδα 2021» µε την εµβληµατική δράση της το Forum «Η Ελλάδα το 2040», που χαρτογραφεί τις δυνατότητες και τις προοπτικές της Ελλάδας σε βάθος εικοσαετίας, έχει εντάξει στο έργο της το επείγον και ζωτικό ζήτηµα των επικείµενων µεταβολών που θα επηρεάσουν τη φύση, τη µορφή και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Οι εκπρόσωποι των φορέων ΓΣΕΕ και Α∆Ε∆Υ έχουν ήδη αναλάβει και εργάζονται στο συγκεκριµένο θεµατικό πλαίσιο του Forum ώστε να εκπονήσουν µελέτη και να διαµορφώσουν προτάσεις για τα ζητήµατα που εγείρονται και αφορούν τους εργαζόµενους ως το 2040.
Οι εργασίες τους προσανατολίζονται στην κατεύθυνση της τεχνικής και νοµικής θεµελίωσης, της κατοχύρωσης και της προστασίας του δικαιώµατος στην εργασία, καθώς και στη στοχευµένη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναµικού για δυναµική αλληλοεπίδραση και ποιοτική προσαρµογή των ικανοτήτων του στις επερχόµενες αλλαγές.

 

Ο κ. Χρήστος Γούλας, διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ, κρίνει απαραίτητη τη διαµόρφωση «ενός επιστηµονικά και τεχνικά αξιόπιστου µηχανισµού διάγνωσης και αποτύπωσης των τάσεων της αγοράς εργασίας σε επίπεδο κλάδων και επαγγελµάτων έτσι ώστε να µπορούν να κατευθύνονται και να προσαρµόζονται τα συστήµατα επαγγελµατικής κατάρτισης καθώς το εργατικό δυναµικό στις νέες αναδυόµενες δεξιότητες». Τονίζει, επίσης ότι µέρος της δράσης του Ινστιτούτου αποτελεί «η δροµολόγηση προγραµµάτων κατάρτισης και εκπαίδευσης για επαγγέλµατα που έχουν υψηλό ρίσκο υποκατάστασης, ώστε να αποκτηθούν από τους εργαζόµενους και τους ανέργους νέα προσόντα και δεξιότητες και να δηµιουργηθούν ευκαιρίες παραµονής τους χωρίς ανισότητες και αποκλεισµούς στην αγορά εργασίας, όσο και να διατηρηθούν σε µια “κανονικότητα” που θα εξασφαλίζει την πρόσβαση τους στο κράτος πρόνοιας».

 

Ο κ. Γεώργιος Γιούλος, πρόεδρος του Κοινωνικού Πολύκεντρου της Α∆Ε∆Υ επισηµαίνει την ανάγκη ενισχυµένου κοινωνικού και επαγγελµατικού κύρους της απασχόλησης στο ∆ηµόσιο. Σε ό,τι αφορά το µέλλον υπογραµµίζει: «Αν µπορεί κανείς να κάνει κάποιες προβλέψεις και να περιγράψει έστω αδρά τα χαρακτηριστικά των εργαζοµένων στο ∆ηµόσιο µετά από είκοσι και πλέον χρόνια, θα περίµενε παράλληλα µε τα τυπικά προσόντα, τις γνώσεις και τις δεξιότητες, αυτοί να διαθέτουν και ένα µεγαλύτερο εύρος κοινωνικών “ήπιων” δεξιοτήτων (soft skills), οι οποίες αποτελούν τη βάση για την πολυεπίπεδη συνεργατικότητα και την ανθρώπινη και κοινωνική αλληλεπίδραση που θα απαιτεί ο µελλοντικός ανθρωποκεντρικός ρόλος της δηµόσιας διοίκησης. Αυτό θα συµβάλει καθοριστικά στην εµπέδωση µιας σχέσης εµπιστοσύνης µεταξύ της κοινωνίας και της διοίκησης για την αποτελεσµατική και αποδοτική λειτουργία του κράτους προς όφελος των πολιτών».